καθευρίσκω

καθευρίσκω
καθ-ευρίσκω, auffinden; καϑευρέϑη τάφον κοσμοῠσα, sie wurde dabei ertappt

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καθευρίσκω — (AM) μσν. μέσ. καθευρίσκομαι παρευρίσκομαι αρχ. 1. βρίσκω, ανακαλύπτω («ποῑ ποῑ καθεύρω κλεινὸν Ὠκύπουν φίλοι», Λουκιαν.) 2. παθ. καθευρίσκομαι καταλαμβάνομαι, συλλαμβάνομαι την ώρα που διαπράττω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + εὑρίσκω] …   Dictionary of Greek

  • καθεύρω — καθευρίσκω discover aor ind mid 2nd sg καθευρίσκω discover aor subj act 1st sg καθευρίσκω discover aor subj act 1st sg καθευρίσκω discover aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθεύρῃ — καθευρίσκω discover aor subj mid 2nd sg καθευρίσκω discover aor subj act 3rd sg καθευρίσκω discover aor subj mp 2nd sg καθευρίσκω discover aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθευρηκότα — καθευρίσκω discover perf part act neut nom/voc/acc pl (ionic) καθευρίσκω discover perf part act masc acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθεῦρον — καθευρίσκω discover aor ind act 3rd pl καθευρίσκω discover aor ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθευρεθέντων — καθευρίσκω discover aor part pass masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθευρέθη — καθευρίσκω discover aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθεύροις — καθευρίσκω discover aor opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατευρήσεται — καθευρίσκω discover fut ind mid 3rd sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθευρεθείσας — καθευρεθείσᾱς , καθευρίσκω discover aor part pass fem acc pl καθευρεθείσᾱς , καθευρίσκω discover aor part pass fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρίσκω — και βρέσκω (AM εὑρίσκω) 1. συναντώ κάποιον ή κάτι που ζητούσα, ανταμώνω 2. ανακαλύπτω κάτι χαμένο 3. φθάνω σ αυτό που επιδίωκα 4. ανακαλύπτω τυχαία, συναντώ κατά τύχη 5. εφευρίσκω, επινοώ, μηχανεύομαι 6. έχω από παράδοση, αποκτώ από κληρονομιά 7 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”